Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

O ΜΑΙΗΛΕΡ ΚΑΙ Η ΒΙΑ


                         

              O  ΜΑΙΗΛΕΡ  ΚΑΙ  Η  ΒΙΑ
Norman Kingsley Mailer)

            Το βιβλίο του Μαίηλερ «Οι σκληροί δεν χορεύουν» δεν θεωρείται από τα αριστουργήματά του όπως «Οι γυμνοί και οι νεκροί», «Το αμερικάνικο όνειρο» ή «Οι στρατιές της νύχτας». Τουλάχιστο οι κριτικοί της λογοτεχνίας δεν το συγκαταλέγουν στα κλασικά του ίσως επειδή δεν έχει ξεκάθαρη πολιτική χροιά, όπως τα προηγούμενα, αλλά το πολιτικό σχόλιο κινείται υπόγεια, σκεπασμένο καλά από την αστυνομική πλοκή που εκτυλίσσεται σε πρώτο πλάνο.
 Ξοφλημένος συγγραφέας, ο Τιμ Μάντεν, που ζει σε παραλιακή κωμόπολη της Αμερικής διασκεδάζει μ’ ένα ζευγάρι που γνωρίζει τυχαία προσπαθώντας να ξεφορτωθεί τον άντρα, που φαίνεται να έχει ομοφυλοφιλικές τάσεις, και να προσεγγίσει σεξουαλικά τη γυναίκα που, ως μοιραία ντίβα, τον παίζει στα δάχτυλα. Τελικά μεθοκοπά μέχρι αναισθησίας και ξυπνά στο σπίτι του χωρίς να θυμάται σχεδόν τίποτα από την προηγούμενη νύχτα. Το ζευγάρι της προηγούμενης νύχτας όμως εξαφανίζεται μυστηριωδώς και το ψάχνει η αστυνομία. Αναζητώντας την άκρη του νήματος ο αστυνομικός ντέντεκτιβ κατευθύνεται στο σπίτι του ήρωα αφού είναι ο τελευταίος άνθρωπος που είχε επαφή μαζί του. Είναι αδύνατο να θυμηθεί όμως οτιδήποτε αφορά την επίμαχη νύχτα. Ο αστυνομικός φεύγει αλλά είναι φανερό ότι οι υποψίες πέφτουν πάνω στον Τιμ Μάντεν που πανικοβάλλεται. Παίρνει το αυτοκίνητό του και πάει σ’ ένα χωράφι που έχει κρυμμένη μαριχουάνα. Ανοίγει την κρύπτη και βλέπει το κεφάλι της αναζητούμενης γυναίκας. Κάπως έτσι αρχίζει η φρενίτιδα. Ποιος σκότωσε αυτή τη γυναίκα; Πώς βρέθηκε το κεφάλι της εκεί; Ο Μάντεν τη σκότωσε; Πού βρίσκεται το σώμα; Ο άντρας που είναι; Τι να κάνει μ’ αυτό το κεφάλι; Τι έγινε επιτέλους εκείνο το βράδυ;
            Ο Μάντεν προσπαθεί μόνος του να ξετυλίξει το κουβάρι. Πηγαίνει στο μπαρ, ψάχνει πληροφορίες, συναναστρέφεται με τον περιθωριακό κόσμο της πολίχνης προκειμένου να βάλει μια τάξη. 
Φυσικά ο αστυνόμος τον έχει διαρκώς από κοντά. 
Οι σκληροί - αυτοκαταστροφικοί τύποι, ο επίμονος αστυνόμος, η μοιραία γυναίκα, οι κοφτοί διάλογοι, ο κυνισμός και το μυστήριο που εξελίσσεται σιγά – σιγά συνθέτουν ένα νεονουάρ με απίστευτα βάθη. 
Ο αναγνώστης κατευθυνόμενος μόνο μέσα από τα μάτια του ήρωα παρακολουθεί εικόνες της αμερικάνικης κοινωνίας που σοκάρουν. 
Όλοι οι χαρακτήρες που εκτυλίσσονται, χωρίς να εξαιρείται ο αστυνόμος, είναι αυτοκαταστροφικοί με εξαιρετικά βίαιες εξάρσεις. Οι ερωτικές σχέσεις είναι αποκλειστικά εφήμερες και στηρίζονται απόλυτα στο σεξ. 
Οι οικογένειες που παρουσιάζονται είναι διαλυμένες, με τους άντρες να ασκούν βία στα υπόλοιπα μέλη και τα παιδιά να παραδειγματίζονται. 
Φιλίες δεν υπάρχουν.
 Ο καθημερινός τσαμπουκάς είναι το αγαπημένο παιχνίδι όλων και η βία γίνεται τρόπος ζωής. 
Ο Μάντεν αναπολεί τη ζωή του. 
Και η δική του οικογένεια ήταν προβληματική. 
Και οι δικές του παλιές ερωτικές σχέσεις ήταν διαστρεβλωμένες από το σεξουαλικό πειραματισμό και τις ανταλλαγές συντρόφων. 
Καθετί πνίγεται από την αυτοκαταστροφή και τη χρήση αλκοόλ και μαριχουάνας. 
Το αποτέλεσμα είναι η απομόνωση κι ο συναισθηματικός ακρωτηριασμός. 
Η απόλυτη ανισορροπία. 
Όλοι οι ήρωες συντρίβονται από την αδιαπέραστη μοναξιά και τα κρυφά τους πάθη, που μην έχοντας τίποτε άλλο να κάνουν, ζουν γι’ αυτά. 
Ο Μαίηλερ παρουσιάζει όλη αυτή την άρρωστη κατάσταση χωρίς να ηθικολογεί, χωρίς την παραμικρή αγανάκτηση. Πλάθει εικόνες με τρόπο αμείλικτο και υποχρεώνει τον αναγνώστη να τις παρακολουθήσει. Τον υποχρεώνει γιατί χειρίζεται τόσο καλά το καρώτο του αστυνομικού μυστηρίου που ο αναγνώστης δεν αφήνει το βιβλίο από τα χέρια του. Έτσι, χωρίς καμία απολύτως προσπάθεια βρίσκεται μπροστά στην Αμερική της μετά – Βιετνάμ ηθικής, την Αμερική με τις ανοιχτές πληγές και τον άρρωστο ψυχισμό, την Αμερική του κέρδους, της απομόνωσης, του αμοραλισμού και κυρίως της βίας. Η βία ξεπηδά από κάθε σελίδα είτε με την πιο ορθόδοξη και κλασική μορφή της – κομμένα κεφάλια, πτώματα σε πορτ – μπαγκάζ, συζυγικοί ξυλοδαρμοί κτλ – είτε υπόγεια με την ψυχολογική της υπόσταση που έγκειται στον καθημερινό φόβο και την απειλητική παρουσία των άλλων ανθρώπων. 
Η κοινωνία του Μαίηλερ δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ζωώδες ξέσπασμα των ανθρώπων απέναντι σε κάτι άγνωστο που τους καταπιέζει, ένα ντελίριο ανθρώπινης διαστροφής, μια ηχηρή ματωμένη τυμπανοκρουσία παθών και βίαιων εκρήξεων. Όσο πιο αποκρουστική είναι η οπτική, όσο πιο απαισιόδοξη και θλιβερή τόσο πιο πειστική γίνεται. Ο δυτικός πολιτισμός στην πιο εκφυλισμένη μορφή του. Μια άλλη Αμερική χωρίς ευτυχισμένες οικογένειες που κάνουν μπάρμπεκιου, χωρίς δώρα την ημέρα των Ευχαριστιών, χωρίς ανέμελους αγώνες μπέιζμπολ. Το αμερικάνικο όνειρο σε όλη του τη νοσηρότητα.
            Πόσο κοντά βρίσκεται αυτή η νοσηρότητα στην Ελλάδα του σήμερα; Δεν διαφωνεί κανείς ότι η έξαρση της βίας στη χώρα μας ξεπερνά κάθε προηγούμενο. Τουλάχιστον τα δελτία ειδήσεων είναι κατηγορηματικά αφού προβάλλουν καθημερινά την εγκληματικότητα στο κέντρο της Αθήνας, τις βιαιοπραγίες σε βάρος πολιτικών, τη βία στα γήπεδα, τη βία στα σχολεία, τη βία στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, στις διαδηλώσεις, τις τρομοκρατικές οργανώσεις και πάει λέγοντας.       Όλοι οι τηλεοπτικοί αναλυτές καταδεικνύουν και καταδικάζουν τα κρούσματα της βίας, πολλές φορές φτάνουν στο δακρύβρεχτο, και τονίζουν ιδιαίτερα τη αύξησή της. Φυσικά ασχολούνται αποκλειστικά με τα πατροπαράδοτα πρότυπα της σωματικής βίας χωρίς να ασχολούνται με τα αίτια που τη γεννούν ή τις άλλες, πολύ πιο συνηθισμένες, μορφές της. Η καταναλωτική βία, που μας βομβαρδίζει αδιαλείπτως με τη διαφήμιση και τα πρότυπα – ανάγκες που επιβάλλει, η εργασιακή βία, με την ανεργία και τις νέες συμβάσεις εργασιακής αβεβαιότητας, η εκπαιδευτική βία, με την υπερεντατικοποίηση και την εκβιαστικού χαρακτήρα συλλογή προσόντων, η οικολογική βία με τη μόλυνση του περιβάλλοντος, η τηλεοπτική βία με τη διαρκή καταστροφολογία και την πλύση εγκεφάλων, η βία της εξουσίας με τις εκπυρσοκροτήσεις όπλων και των αλαζονικών δηλώσεων τύπου: «μαζί τα φάγαμε», οι βία του περιθωρίου με τις κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες και το τελευταίο φρούτο της οικονομικής βίας με τη χρεοκοπία πάνω απ’ τα κεφάλια μας, δεν φαίνεται να απασχολεί κανένα. Όλα αυτά τα βουνά βίας που πρέπει να υποστεί ο πολίτης καθημερινά και που γεννούν την έξαρση της βίας στις κλασικότερες μορφές της περνούν παντελώς απαρατήρητα, φυσικά σκόπιμα. Το κεφαλαιοκρατικό σύστημα του δίκιου των πολυεθνικών δημιουργεί καθημερινές ανασφάλειες επιβίωσης στους πολίτες, καταστρέφει τον πλανήτη, τους ταΐζει με βιομηχανικά δηλητήρια, τους αφήνει χωρίς φράγκο διαμορφώνοντας ταυτόχρονα πλαστές ανάγκες, τους διαλύει τις οικογένειες αφού οι γονείς πρέπει να δουλεύουν όλη μέρα, τους στερεί ακόμα και τον αέρα που αναπνέουν για το κέρδος των βιομηχανιών και μετά βάζει τους τηλεοπτικούς μέντορές του να καταδικάζουν την έξαρση της βίας προβάλλοντας μόνο την οπτική των συμπτωμάτων, ποτέ των αιτιών. 
Σ’ ένα σύστημα όπου καθημερινά όλοι βιάζονται στερούμενοι βασικά δικαιώματα τους η βία παίρνει διαστάσεις ιδεολογίας αφού γίνεται το κοινώς αποδεκτό. Κάτι σαν ντόμινο που μεταδίδεται καθημερινά από τον ένα στον άλλο με απόλυτη φυσικότητα. Με τη φυσικότητα της ακρίβειας, της δολοπλοκίας, της εξαγοράς, του ρουσφετιού, της φοροδιαφυγής, της αναξιοκρατίας, της ρουφιανιάς, του γλειψίματος, του λαδώματος, της διαφθοράς, της προτεραιότητας, της παραπληροφόρησης, της αποξένωσης, της χρήσης ναρκωτικών, της απάτης, του ψεύδους κτλ. κτλ. κτλ. Κάπως έτσι η βία παίρνει υπόσταση χειροπιαστή και γίνεται αυτοσκοπός και τρόπος ζωής. 
Γίνεται μόδα. 
Γίνεται η κουλτούρα του χουλιγκανισμού. 
                                       
Θανάσης Μπαντές 
φιλόλογος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου